Κέντρα δεδομένων στην Κύπρο με γρήγορη απόσβεση και χρήση πράσινης ενέργειας
Η ερευνητική μονάδα H₂Zero δημοσίευσε μελέτη για την ανάπτυξη μεγάλων υποδομών κέντρων δεδομένων, σύμφωνα με την οποία η Κύπρος μπορεί να προσελκύσει εγκαταστάσεις ισχύος 20–100 MW που είναι οικονομικά ελκυστικές και ευθυγραμμισμένες με τους εστόχους της ΕΕ.
Για τους σκοπούς της μελέτης αναπτύχθηκε ολοκληρωμένο τεχνοοικονομικό μοντέλο, το οποίο αξιολογεί τη δυνατότητα του ηλεκτρικού δικτύου, τις τεχνολογίες ψύξης, την υπολογιστική/ενεργειακή αποδοτικότητα και την οικονομική απόδοση σε εγκαταστάσεις που κυμαίνονται από 5 MW έως 100 MW υπολογιστικού φορτίου (IT load). Η μοντελοποίηση επιβεβαιώνει ότι το υφιστάμενο ηλεκτρικό δίκτυο της Κύπρου μπορεί να φιλοξενήσει κέντρα δεδομένων έως περίπου 100 MW υπολογιστικού φορτίου χωρίς σημαντικές ενισχύσεις, με τη μεγαλύτερη εγκατάσταση να αντιστοιχεί μόλις στο 8,79% της εθνικά εγκατεστημένης ισχύος και να παραμένει σαφώς κάτω από το όριο σκοπιμότητας του 20%.
Από οικονομική άποψη, τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Μια μεσαίου μεγέθους εγκατάσταση 20 MW επιτυγχάνει περίοδο αποπληρωμής 2.1 ετών, με καθαρή παρούσα αξία €35.9 εκατ. σε ορίζοντα 10ετίας, ενώ μια πολύ μεγάλη εγκατάσταση 100 MW επιτυγχάνει περίοδο αποπληρωμής 1.8 ετών και καθαρή παρούσα αξία €142.5 εκατ. Η επενδυτική απόδοση κλιμακώνεται σχεδόν γραμμικά με το μέγεθος της εγκατάστασης, ενώ ο εσωτερικός βαθμός απόδοσης (IRR) παραμένει γύρω στο 25% για τις μεσαίες έως τις πολύ μεγάλες διαμορφώσεις, λόγω της σε μεγάλο βαθμό ομοιόμορφης δομής κόστους.
Η μελέτη αναδεικνύει ότι η ετήσια κατανάλωση ενέργειας κλιμακώνεται γραμμικά με το υπολογιστικό φορτίο σε σύγχρονα, αποδοτικά σχέδια που περιλαμβάνουν συστήματα ψύξης, διανομής ισχύος και βοηθητικά συστήματα. Για παράδειγμα, μια εγκατάσταση 20 MW απαιτεί 227.8 GWh ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως και 0.35 εκατ. m³ νερού ψύξης, ενώ μια εγκατάσταση 100 MW απαιτεί 1,138.8 GWh ετησίως και 1.74 εκατ. m³.
Όπως αναφέρει ο Καθηγητής Ενεργειακών Συστημάτων Ανδρέας Πουλλικκάς, μέλος του ακαδημαϊκού προσωπικού της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Frederick και επικεφαλής της ερευνητικής μονάδας H₂Zero: «Η μοντελοποίηση μάς δείχνει ότι τα μεγάλης κλίμακας κέντρα δεδομένων στην Κύπρο δεν είναι μόνο τεχνικά εφικτά, αλλά και οικονομικά ελκυστικά και πλήρως συμβατά με την καθαρή ενεργειακή μετάβαση της χώρας. Με τον κατάλληλο σχεδιασμό, μπορούμε να φιλοξενήσουμε εγκαταστάσεις ισχύος 20-100 MW που βοηθούν στην απορρόφηση της πλεονάζουσας παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, μειώνουν τις περικοπές και δημιουργούν ταυτόχρονα υποδομές ψηφιακών υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η Κύπρος έχει μια μοναδική θέση ώστε να λειτουργήσει ως μεσογειακή πύλη για φορτία ΤΝ, υπολογιστικού νέφους και υπολογιστών υψηλών επιδόσεων, συνδέοντας την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Μέσω της ερευνητικής μονάδας H₂Zero, προσκαλούμε φορείς χάραξης πολιτικής, επενδυτές και νέους επιστήμονες να συνεργαστούν μαζί μας, ώστε αυτό το όραμα να μετατραπεί σε συγκεκριμένο οδικό χάρτη και σε ένα χαρτοφυλάκιο πραγματικών έργων.»
Βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την Κύπρο προκύπτει από τις παράκτιες τοποθεσίες με άμεση πρόσβαση σε θαλασσινό νερό, οι οποίες μπορούν να μειώσουν την κατανάλωση ενέργειας για ψύξη κατά περίπου 10-15% και να βελτιώσουν την αποδοτικότητα σε σχέση με τις ηπειρωτικές εγκαταστάσεις που ψύχονται με αέρα. Αυτό ενισχύει τόσο την ενεργειακή αποδοτικότητα όσο και τις περιβαλλοντικές επιδόσεις, ενώ το μοντέλο βαθμολόγησης τοποθεσίας της μελέτης κατατάσσει ιδιαίτερα ψηλά τις παράκτιες περιοχές Λάρνακας και Πάφου, όταν η απόσταση από το δίκτυο, η οπτική ίνα κορμού και οι συνθήκες ψύξης συνδυάζονται σε έναν σύνθετο δείκτη.
Η μελέτη δείχνει επίσης ότι οι επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων στην Κύπρο μπορούν να υποστηρίξουν ενεργά την ενεργειακή μετάβαση της χώρας προς τις ανανεώσιμες πηγές. Παρέχοντας ένα μεγάλο, ευέλικτο, συνεχώς ενεργό φορτίο, τα κέντρα δεδομένων μπορούν να απορροφούν πλεονάζουσα παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα, μειώνοντας έτσι τις περικοπές (curtailments) ανανεώσιμης ενέργειας και ταυτόχρονα διατηρώντας ανταγωνιστικές τιμές πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας.
Συνολικά, η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ευκαιρία της Κύπρου στα κέντρα δεδομένων είναι τεχνικά εφικτή, οικονομικά βιώσιμη και στρατηγικά ευθυγραμμισμένη με τις προτεραιότητες της ευρωπαϊκής ψηφιακής οικονομίας. Το ηλεκτρικό δίκτυο μπορεί να φιλοξενήσει εγκαταστάσεις 50-100 MW χωρίς σημαντικές ενισχύσεις· τα σύγχρονα συστήματα ψύξης, σε συνδυασμό με την πρόσβαση στο θαλασσινό νερό της Μεσογείου, προσφέρουν επίπεδα αποδοτικότητας συγκρίσιμα με εδραιωμένους βόρειο ευρωπαϊκούς κόμβους· και οι εγκαταστάσεις μπορούν να επιτύχουν περίοδο αποπληρωμής περίπου δύο ετών, ισχυρές καθαρές παρούσες αξίες σε ορίζοντα 10ετίας και εσωτερικούς βαθμούς απόδοσης κοντά στο 25% για σενάρια μεσαίου έως πολύ μεγάλου μεγέθους.
Όπως καταληκτικά επισημαίνει ο Καθ. Πουλλικκάς: «Συνδυάζοντας τη γεωγραφική της θέση, τους πόρους ανανεώσιμης ενέργειας και την ανεπτυγμένη οπτική και υποθαλάσσια διασύνδεση οπτικών ινών, η Κύπρος μπορεί να δημιουργήσει ένα βιώσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις αναδυόμενες αγορές υπηρεσιών τεχνητής νοημοσύνης, υπολογιστικού νέφους και υπολογιστών υψηλών επιδόσεων.»
Διαβάστε εδώ σχετική σύντομη ανασκόπηση των αποτελεσμάτων με γραφικά.
